Ο Τζων Μάρκελλος Χιούστον γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1906 στη Νεβάδα από την Ρέα Γκορ και τον Γουώλτερ Χιούστον. Οι θυελλώδεις προσωπικότητες των προγόνων του και το περιπετειώδες κλίμα της εποχής αποτυπώνονται με γλαφυρότητα στα απομνημονεύματα του σκηνοθέτη: “Δεν άφησε πεθαίνοντας τίποτε άλλο από ένα ασημένιο Κολτ 44, ένα χρυσό ρολόι και ένα ζευγάρι ξυράφια. Ονομαζόταν Τζων Μάρκελλος Γκορ, ήταν ο παππούς μου. Είχε, θυμάμαι, άσπρα μαλλιά και τσιγκελωτό μουστάκι. Ήταν ψηλός και αδύνατος· όταν είσαι τριών ή τεσσάρων ετών οι άνθρωποι μοιάζουν μεγάλοι, αυτός όμως πιστεύω ότι ήταν πραγματικά έτσι. Ήταν επίσης παλιός αλκοολικός, προετοίμαζε καλά μελετημένες φυγές, πριν από τις οποίες υπεδείκνυε στον πατέρα μου μια ημερομηνία και ένα τόπο όπου θα έπρεπε να πάει για να τον φέρει πίσω. Πολλές φορές εξαφανιζόταν για εβδομάδες, για μήνες. Μετά έστελνε με τηλεγράφημα ένα S.O.S. Αφηνόταν να οδηγηθεί υπάκουα στο νοσοκομείο για αποτοξίνωση. Παλιά είχε πάρει μέρος στην κατάκτηση της παρθένας γης της Οκλαχόμα. Με ένα προκαθορισμένο σινιάλο οι πιονιέροι, ανάμεσα σε περιοχές που προορίζονταν για τους λευκούς, διάλεγαν ένα αγρό για καλλιέργεια, μια πόλη για να χτίσουν, μια σιδηροδρομική γραμμή να τοποθετήσουν. Σκληρές διαμάχες ξεσπούσαν ανάμεσα στις κοινότητες που βρίσκονταν δίπλα στα ποτάμια· άλλες κοινότητες επιβίωναν, άλλες εξαφανίζονταν ή εγκαταλείπονταν μετά από βίαιες συγκρούσεις στο Κάνσας, στο Τέξας, στην Οκλαχόμα. Ο Τζων Γκορ πήρε ενεργό μέρος σ’ όλα αυτά.
