480 π.χ. Μια μεγάλη απόφαση, μια μεγάλη στιγμή. Είναι μόνο τριακόσιοι, αλλά δεν φαίνεται να τούς πολυσκοτίζει, ούτε το ότι οι αντίπαλοι είναι μυριάδες, αμέτρητοι. Βαδίζουν κάτω από τον καυτό μεσημεριάτικο ήλιο και τις νύχτες τρέφονται με ιστορίες, με το όνειρο. Η αγαπημένη τους, αυτή με το βασιλιά τους, το Λεωνίδα. Η μύηση του. Όλοι οι Σπαρτιάτες θα ήθελαν μια τέτοια μύηση. Ο βασιλιάς, αγέραστη πατρική φιγούρα όλων, έχει αποφασίσει, χωρίς εκλογή, οι Σπαρτιάτες δεν έχουν διλήμματα επιλογής, πράττουν. Περιγελούν τούς Πέρσες μαντατοφόρους, όταν αυτοί ζητούν γη και ύδωρ. Γελοίο, σίγουρα δεν ξέρουν πως σκέφτεται ο Σπαρτιάτης. Στο βάραθρο, αυτή είναι η απάντηση του Λεωνίδα, χωρίς οίκτο, οι Σπαρτιάτες δεν γνωρίζουν αυτή τη λέξη, γιατί αυτή είναι η Σπάρτη, αυτή είναι η Τιμή.
Ακόμα και στη Σπάρτη, οι διεφθαρμένοι και κοντόφθαλμοι ιερείς μπορούν να προτιμήσουν την απόλαυση του κέρδους κάτω από οποιονδήποτε αφέντη. Ο πλούτος δεν έχει πατρίδα, ο Λεωνίδας όμως έχει. Προσπερνά τα δουλοπρεπή “ιερά” άλλοθι των ιερέων της Σπάρτης με την χαρακτηριστική του ευθεία κίνηση, χωρίς να πολυσκέφτεται, δεν το έχει άλλωστε ανάγκη. Ο αποχωρισμός της γυναίκας του, τελευταία κουβέντα που έφτασε στ’ αυτιά του από την πατρίδα κλείνει μαζί της και τη πόρτα του γυρισμού στη Σπάρτη. Έξω από την Σπάρτη, η μεγάλη “παρέα” που φτιάξανε Έλληνες από τις άλλες πόλεις, ενώνεται με τους Σπαρτιάτες βαδίζοντας αποφασισμένη να κρατήσει τις πύλες του “χρέους”, που ο διορατικός Λεωνίδας έκρινε σαν το αδύνατο σημείο της περσικής επέλασης: τις Θερμοπύλες.
Η στρατοπέδευση των Ελλήνων στα στενά των Θερμοπυλών δεν αφήνει περιθώρια στους Πέρσες για την αποφασιστικότητα του “εύκολου” στόχου που αρχικά θεωρήσανε τους λιγοστούς Έλληνες. Οι αγγελιαφόροι των Περσών απολαμβάνουν της ιδιαίτερης μεταχείρισης εκ μέρους των Σπαρτιατών οι οποίοι δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν ακόμα και σαν τείχος τους νεκρούς Πέρσες, για να οχυρωθούν και να οχυρώσουν την Ελλάδα απέναντι στον αχανή στρατό του αντιπάλου.
Κάθε νέα αποστολή αγγελιοφόρων έχει την ανάλογη μεταχείριση, οι απειλές πέφτουν στο κενό και οι Σπαρτιάτες θέλοντας να τονίσουν την ευαίσθητη φύση τους ευχαριστούν τους Πέρσες που θα τους αφήσουν να πολεμάνε στη σκιά των αναρίθμητων βελών τους. Η στιγμή της σύρραξης, η σύγκρουση του πανίσχυρου με τον “αδύναμο” φθάνει, θέτοντας τον αστείρευτο πολεμικό όγκο απέναντι σε μια και μόνη φράση ζωής: Μολών λαβέ.
Η αρχική επέλαση των Περσών αντιμετώπισε την ταπεινωτική συντριβή απέναντι στο καλά οργανωμένο σχέδιο που είχε συλλάβει από την αρχή της επιχείρησης ο ευφυής Σπαρτιάτης βασιλιάς. Κανένα έλεος και συμβιβασμό με τον πιο μισητό εχθρό. Η ανελέητη επίθεση του θεοκράτη γίγαντα απέναντι στο μικρό φιλελεύθερο κράτος αποτυγχάνει εξευτελιστικά. Κανένα έλεος. Ο Ξέρξης φορτωμένος αλαζονεία, μπιχλιμπίδια και ύφος θεϊκό συναντά τον Λεωνίδα και του ζητά υποταγή. Περνιέται για θεός!
Και την Πρώτη Νύχτα της μάχης ο “θεός” στέλνει τους Αθανάτους του για να δοκιμάσουν για τα καλά τι σημαίνει Σπαρτιάτης, τι σημαίνει αποφασισμένος Έλληνας. Όλα φαίνονται να τρέχουν νικηφόρα, ορμητικά, με ελπίδα εκτός από μια ζοφερή σκιά, που σέρνεται ύπουλα στο σκοτάδι…
Η Δεύτερη Μέρα βρίσκει τους Σπαρτιάτες μαχητές ακόμα πιο ενθουσιώδεις, ακόμα πιο μανιασμένους.Το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, γίνεται πέρασμα θανάτου για την βάρβαρη στρατιά. Ενώ η Δεύτερη Νύχτα επουλώνει τις πληγές των Ελλήνων μαχητών, μια έρπουσα φιγούρα, μια χαμερπής ντροπή πέφτει και γλύφει τα πόδια του Πέρση βασιλιά.Η ασήμαντη αυτή ύπαρξη φορτωμένη με την τυφλότητα της προδοσίας, οδηγεί πισώπλατα τον περσικό στρατό στα νώτα των Ελλήνων. Κάποιοι από τους μαχητές λυγίζουν, όχι όμως αυτός, ο μοναδικός Λεωνίδας που συμβουλεύει ξέροντας το μέλλον καλύτερα και από οποιονδήποτε σοφό μάντη: “Σπαρτιάτες ετοιμάστε το πρωινό σας …γιατί απόψε θα δειπνήσουμε στην κόλαση!” Τα λόγια αντηχούν σαν το τελικό κάλεσμα στους γενναίους μαχητές. Η Τρίτη Μέρα βρίσκει την ομόψυχη στρατιά να στέκεται ακλόνητη απέναντι στους μυριάδες ντροπιασμένων βαρβάρων που ζητούν αιμοβόρα εκδίκηση οδηγημένοι από τον προδότη.
Ο Λεωνίδας αναπολεί σε κλάσματα δευτερολέπτου την αγέρωχη ζωή του από τότε που ήτανε παιδί απέναντι στο λύκο μέχρι τώρα και ναι, είναι σίγουρος. Πράττει σωστά. Ενεργεί σαν Ελεύθερος άνθρωπος. Και όταν η βροχή από βέλη πέφτει πάνω στα σώματα των μαχητών, αυτοί στέλνουν το μήνυμα τους στην Ελλάδα: “Ω ΞΕΙΝ ΑΓΓΕΛΕΙΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΙΣ ΟΤΙ ΤΗΔΕ ΚΕΙΜΕΘΑ ΤΟΙΣ ΚΕΙΝΩΝ ΡΗΜΑΣΙ ΠΕΙΘΟΜΕΝΟΙ”.
